Κουτούγκου Κατερίνα

ΑΘΗΝΑ 2004

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΟΥΤΟΥΓΚΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΟΦΤΜΠΟΛ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ

Αν κάποιος με ρωτούσε τι θα συμβούλευες τους νέους ανθρώπους, η απάντηση μου θα ήταν να ονειρεύονται. Ήμουν ακόμη 6 χρονών όταν ο πατέρας μου με βάφτισε στον αθλητισμό με το άθλημα του τένις. Χωρίς να έχω αίσθηση ακόμα για το αν έχω δυνατότητες στο χώρο αυτό, επιλέχθηκα στην ομάδα και έτσι άρχισαν οι συχνές προπονήσεις στον Όμιλο Αντισφαιρίσεως Αθηνών. Οι προπονητές μου εντυπωσιαζόντουσαν από την ταχύτητα μου μιας και σε όλες τις ασκήσεις τρεξίματος είχα μεγάλη διαφορά  από όλα τα παιδιά αγόρια και κορίτσια, και παρότρυναν τον πατέρα μου να με γράψει και στο στίβο. Έτσι σε ηλικία 8 χρονών αν και ακόμη ήταν μικρή η ηλικία μου για να με δεχτούν σε κάποιο σύλλογο, έγινε η εγγραφή μου στον Πανελλήνιο και από τις πρώτες προπονήσεις μάλλον είχα επιλέξει ποιο θα ήταν το άθλημα που θα έμενα για πολλά χρόνια στη ζωή μου. Είχα μεγάλο ενθουσιασμό και πολύ καλές επιδόσεις και όλα τα μάτια στραμμένα πάνω μου, ειδικά του πατέρα μου. Μέσα στον ενθουσιασμό για το ταλέντο που είχε ξεδιπλωθεί, μπήκα από τα 8 σε ρυθμούς πρωταθλητισμού.

Παράλληλα όλα αυτά τα πρώιμα χρόνια παρακολουθούσα με δέος όλους τους μεγάλους αγώνες και ιδιαίτερα τους Ολυμπιακούς αγώνες. Μου δημιουργούσε μεγάλη εντύπωση η τεράστια προσπάθεια όλων των αθλητών, όπου μπορούσα να διακρίνω στα δευτερόλεπτα μιας προσπάθειας, τη χαρά της στιγμής και το κλάμα τους. Μου δημιουργούσε ένταση η τελετή έναρξης που μαζευόντουσαν οι καλύτεροι αθλητές του κόσμου σε μια γιορτή υψηλών προδιαγραφών με μεγάλα ιδεώδη και ιδανικά, εξυμνώντας το αρχαίο ολυμπιακό πνεύμα και ένιωθα και πάντα μεγάλη περηφάνια ως Ελληνίδα. Παρακολουθώντας τους αγώνες πότιζα το όνειρο της συμμετοχής μου με πίστη και πάθος και ήθελα τόσο πολύ να κάνω περήφανους τους Έλληνες.

Η εφηβεία όμως μου χτύπησε την πόρτα με άγριο τρόπο και σε συνδυασμό με οικογενειακές δυσκολίες , άρχισε μια αντίδραση, μια κούραση μια επανάσταση σε αυτό που άρχισα να πιστεύω ότι μου είχε φορεθεί και ότι ουσιαστικά δεν το είχα επιλέξει εγώ, παρόλο το ταλέντο μου. Στα 18 μου αποφάσισα να μηδενίσω το κοντέρ και να κάνω μια καινούρια αρχή στη ζωή μου αποτινάζοντας από πάνω μου την ταυτότητα της αθλήτριας. Ήταν πολύ σκληρό για την ψυχολογία μου, αλλά το είχα αποφασίσει και θα δεχόμουν όλες τις συνέπειες.

Πήρα χρόνο να βρω τον εαυτό μου και ίσως να αλλάξω και τελείως κατεύθυνση. Αυτή η αλλαγή στάθηκε δύσκολη. Σαν να υπήρχε μια πιο δυνατή ασυνείδητη δύναμη που με έσπρωχνε πάλι πίσω εκεί που ξεκίνησα. Σε πρώτη φάση μετά από τεστ επαγγελματικού προσανατολισμού και προσωπικότητας από ειδικούς κατέληξα να σπουδάζω τον αθλητισμό σε ένα ιδιωτικό κολλέγιο, όπου έκανα όλα τα σπορ, και έμενα στη χαρά του αθλητισμού.

Είχαν περάσει σχεδόν 3-4 χρόνια από τότε που είχα σταματήσει τον πρωταθλητισμό και δεν σκεφτόμουν να ξαναγυρίσω, γιατί ένιωθα πως είχα χάσει το τρένο, σε ηλικία 21 ετών ένιωθα ήδη μεγάλη. Ώσπου έφτασε η καθοριστική μέρα της 5ης Σεπτεμβρίου 1997. Η απόφαση της ανάληψης των Ολυμπιακών Αγώνων για το 2004. Έτυχε να είμαι μπροστά στην τηλεόραση για τη ζωντανή αναμετάδοση. Καθώς περίμενα με αγωνία να ανακοινωθεί η απόφαση, λίγα δευτερόλεπτα πριν δεσμεύτηκα με μία υπόσχεση που μου γεννήθηκε αυθόρμητα και χωρίς πολλή σκέψη, αν αναφωνούσε ο Σάμαρανγκ τη λέξη Athens, θα ξαναξεκινούσα πρωταθλητισμό, αισθάνθηκα ότι αυτό θα ήταν το σημάδι στην κρυφή μου απορία αν τελείωσε αυτό το όνειρο.

Μόλις πήρα την απόφαση μου, ίσως κάποιος από ‘πάνω’ θα γελούσε και πάλι. Ήταν το 2000, πριν τους αγώνες στο Σύδνεϋ, και είχα πάει να παρακολουθήσω αγώνες στην Πάτρα τα ‘Τοφάλεια’ όπου θα βρίσκονταν πολλοί αθλητές με σκοπό την πρόκριση τους στην Αυστραλία. Στο ξενοδοχείο που έμενα έτυχε να είναι και η Νίκη Μπακογιάννη με την οποία δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις αλλά πάντα χαιρετιόμασταν. Εκείνη τη μέρα όμως αποφάσισε η ίδια να μου πιάσει την κουβέντα και να με ρωτήσει πιο προσωπικά πράγματα. Όταν της είπα ότι θα σταματήσω τότε μου ξεφούρνισε την πληροφορία που θα ξαναάλλαζε την απόφαση μου και αυτή τη φορά για τα καλά. Μου πρότεινε να ασχοληθώ με ένα καινούριο άθλημα στη χώρα μας το Σόφτμπολ, όπου θα γινόταν εθνική ομάδα με σκοπό τη συμμετοχή στους ολυμπιακούς αγώνες το 2004. Το μάτι μου έλαμψε, αλλά η εξωτερική μου αντίδραση ήταν ‘δε θέλω να ξανακάνω πρωταθλητισμό’. Παρόλα αυτά μου έδωσε κάποιες πληροφορίες και με τη σκέψη ότι ένα χόμπι και μάλιστα ομαδικό θα μου έκανε καλό, έτρεξα και γράφτηκα στο σύλλογο του ‘Αμαρουσίου 2004’ και έτσι ξεκίνησε το πιο όμορφο ταξίδι της ζωής μου.

Φυσικά και το χόμπι δεν έμεινε για πολύ ως τέτοιο η αγωνιστικότητα μου με πήγε πιο πέρα. Έγινε η πρώτη επιλογή για την εθνική ομάδα του Σόφτμπολ από Αμερικάνους προπονητές που είχε προσλάβει η Ελληνική Ομοσπονδία του Σόφτμπολ σε συνεργασία με τη παγκόσμια Ομοσπονδία, και ξεκίνησαν προετοιμασίες με σκοπό την πρώτη μας ευρωπαϊκή διοργάνωση. Η ομάδα αποτελούνταν από Ελληνίδες αθλήτριες, όμως αυτό δε θα κρατούσε πολύ, γιατί για να σταθούμε μέσα σε 4 χρόνια σε ολυμπιακό επίπεδο ήταν ανέφικτο, και στο σχέδιο ήταν να ενισχυθεί η ομάδα από Ομογενείς  αθλήτριες των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην πρώτη λοιπόν αμιγώς ελληνική μας συμμετοχή με μικρή εμπειρία στο άθλημα η ομάδα μας σχεδόν κατατροπώθηκε  από τις περισσότερες ευρωπαϊκές ομάδες εκτός από μία, αυτή της Βουλγαρίας. Υπήρξε μεγάλη κόντρα και είμαστε ισοπαλία, ο υπερβάλλοντας ζήλος μου όμως και η μικρή εμπειρία μου στις τεχνικές μου κόστισε μια ρήξη πρόσθιου χιαστού. Μου είχε μάθει η ζωή μου ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο, άρα δε θα απογοητευόμουν και έμενα πιστή στο στόχο μου. Τον λόγο δεν το βρήκα για να είμαι ειλικρινής αλλά ίσως να ήταν μια τελευταία δοκιμασία για το πόσο πραγματικά ήθελα να αγωνιστώ στην Αθήνα το 2004.

Ακριβώς ένα χρόνο μετά ξαναέγινε επιλογή για την προ-ολυμπιακή ομάδα. Μόλις που είχα προλάβει να γίνω καλά από την επέμβαση με καθημερινή σκληρή δουλειά, και πολύ πόνο. Θα γινόταν επιλογή 12 αθλητριών οι οποίες θα ταξίδευαν στην Αριζόνα των ΗΠΑ, για να προπονηθούν με τις ομογενείς αθλήτριες και εκεί θα επιλεγόταν η τελική ολυμπιακή ομάδα. Τελικά στην Αθήνα, η επικεφαλής προπονήτρια Λίντα Γουέλς, αντί για 12, επέλεξε 7 αθλήτριες και ήμουν ανάμεσα τους. Δε μπορούσα να το πιστέψω ότι τα κατάφερα στις 7, η ταχύτητα μου όμως και τα χρόνια μου στο στίβο κέρδισαν το εισιτήριο για την Αριζόνα. Η χαρά και ο ενθουσιασμός μεγάλος, δε ξέραμε βέβαια πόσο σκληρή δουλειά μας περίμενε, είχα φροντίσει όμως να πάω πολύ καλά προετοιμασμένη, μαθημένη από το στίβο, δούλευα καθημερινά τη φυσική μου κατάσταση, εκτός των ωρών στο γήπεδο του σόφτμπολ. Στην Αμερική πήγαμε γιορτές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς του 2003. Μετά από εξαντλητική προετοιμασία που ήταν ταυτόχρονα  και διαδικασία επιλογής μας ανακοινώθηκαν τα ονόματα της τελικής ομάδας. Δεν είχαμε ιδέα πόσες Ελληνίδες και πόσες Ελληνοαμερικάνες θα έπαιρνε. Στο τέλος της ανακοίνωσης, συνειδητοποίησα ότι είχαν ανακοινωθεί 2 ονόματα γηγενών και 15 ονόματα ομογενών. Και ήμουν σε αυτά τα δυο ονόματα. Το όνειρο!!!

Μέχρι τον Αύγουστο του 2004 που μπήκαμε μέσα στο Ολυμπιακό χωριό, είχα ταξιδέψει όλη την Αμερική και την Ευρώπη παίζοντας Σόφτμπολ. Και πήρα και ένα απρόσμενο βραβείο, της πιο όμορφης αθλήτριας του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Σόφτμπολ στην Ιταλία το 2003, στο οποίο είχαμε κερδίσει το πρωτάθλημα και είχαμε σαρώσει και όλα τα βραβεία της διοργάνωσης, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μου, γεγονός που μου φάνηκε πολύ αστείο και από την άλλη κολακευτικό.

Δεν κατέκτησα κάποιο μετάλλιο, δεν ακούστηκε το όνομα μου όμως ένιωσα νικήτρια. Η υλοποίηση του ονείρου με θεμιτά και τίμια μέσα χωρίς να βλάπτεις τον εαυτό σου ή τους άλλους σου δίνει μεγάλη ψυχική δύναμη. Είμαι ευγνώμων για όλη αυτήν εμπειρία ζωής, και όλες οι στιγμές των αγώνων θα μείνουν ανεξίτηλες και χαραγμένες γιατί έχουν μέσα τους όλη την πορεία, όλο το δρόμο, τις θυσίες, τις αγωνίες, τις αποτυχίες, και ξαφνικά βρίσκεσαι να περιμένεις να μπεις μέσα στο στάδιο, ακούγοντας όλο αυτό το βουητό από ελληνικές φωνές που μόλις αντικρίζουν την ελληνική σημαία  από τους αθλητές αρχίζει το ξέσπασμα χαράς, η ‘έκρηξη ψυχής’ που είπε και η Βούλα Πατουλίδου, φορώντας τις στολές μας τρέχοντας και καλωσορίζοντας το όνειρο από κοντά.