Χουλιάρας Θανάσης

ΜΟΝΤΡΕΑΛ 1976

Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ
ΜΕ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΤΟ ΜΠΟΞ

Το 1976 στους Ολυμπιακούς του Καναδά ο Θανάσης Χουλιάρας ήταν ένας από τους 3 πυγμάχους μας. Αλλά ήταν ο πλέον άτυχος. Κληρώθηκε με τον Νοτιο – Κορεάτη Χβανγκ Σουλ-σουν που κατετάγη 5ος. Ο ίδιος θυμάται και καταγράφει το 1978.

«Ήμουν 16 ετών όταν ένα φθινοπωριάτικο απόγευμα του 1966 κατευθύνθηκα δειλά – δειλά  προς τον Ε.Γ.Σ με την ελπίδα να γραφτώ στο μποξ γιατί το όνειρό μου ήταν να γίνω πυγμάχος για να προστατεύω τον εαυτό μου, αλλά κατόπιν δέθηκα τόσο πολύ μαζί του που στη ζωή μου δεν υπήρξαν άλλα ενδιαφέροντα εκτός από το μποξ. Εκείνο το απόγευμα ήταν κάτι άλλο για μένα. Τα μάτια μου συνεχώς ήσαν στα χείλη του προπονητή Τζοβάνι Πατζάνι ενός ανθρώπου που στάθηκε αργότερα για μένα το Α και το Ω. Από εκείνο το απόγευμα δεν έλειψα ούτε μια ημέρα από το γυμναστήριο. Εργάσθηκα σκληρά για να δω μια ημέρα τον εαυτό μου ψηλά εκεί που ονειρεύεται κάθε αθλητής, κι έτσι άρχισε ο μεγάλος αγώνας για την άνοδο.

Άνοιξη του 1967 πήρα για πρώτη φορά μέρος σε αγώνες. Έπαιξα στο πρωτάθλημα Ελλάδος Γ’ κατηγορίας και μετά από τρεις αγώνες αναδείχθηκα πρωταθλητής. Κατόπιν την ίδια χρονιά έλαβα μέρος στους αγώνες Β’ κατηγορίας και ήρθα δεύτερος, στους Αγώνες Α’ κατηγορίας ήρθα τρίτος και στο πρωτάθλημα Εφήβων ήρθα πρώτος. Η επόμενη χρονιά με βρίσκει στην Εθνική Ομάδα του μποξ. Τα όνειρά μου άρχισαν να πραγματοποιούνται. Όταν πρωτοφόρεσα τη φανέλα τη γαλανόλευκη ένιωσα μεγάλη συγκίνηση και υπερηφάνεια. Έτσι άρχισα τους διεθνείς αγώνες στο εξωτερικό.

Το 1969 βγήκα για πρώτη φορά πρωταθλητής Ελλάδος Α’ κατηγορίας ανδρών εκπληρώνοντας μια μεγάλη μου επιθυμία, όχι όμως και το μεγάλο μου όνειρο, το όνειρο κάθε αθλητή, που είναι η συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το Νοέμβριο του 1969 βγήκα παγκόσμιος πρωταθλητής ΣΙΣΜ κερδίζοντας στα τελικά τον αμερικανό Ζόνεν. Ομολογώ ότι τέτοια ευτυχία δεν είχα ξανανιώσει ποτέ.

Έλαβα μέρος σε πολλές  διεθνείς διοργανώσεις: πανευρωπαϊκοί, μεσογειακοί, βαλκανικοί, διάφορα μίτιγκ. Το 1969 μπήκα στο σώμα της Χωροφυλακής με την ιδιότητα του αθλητού και άρχισα να λαμβάνω μέρος στους αγώνες των ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας. Στα μέσα του 1975 έφτασε η πολυπόθητη μέρα που ονειρευόμουνα. Εκλέχθηκα να αντιπροσωπεύσω τη χώρα μου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ.

Εκεί ένοιωσα μεγάλη υπερηφάνεια βλέποντας την Ελληνική σημαία πρώτη μεταξύ όλων των κρατών της γης ανοίγοντας την παρέλαση  ενάρξεως των Ολυμπιακών Αγώνων. Στον αγώνα μου ίσως από ατυχία, ίσως από ανωτερότητα του αντιπάλου μου έχασα στα σημεία από τον πρωταθλητή Ασίας Κορεάτη Σουν, που αναδείχθηκε 5ος και αποκλείσθηκα από τους αγώνες. Όταν γύρισα από το Μόντρεαλ αποφάσισα να εγκαταλείψω την πυγμαχία ύστερα από 10 χρόνια ενεργό δράση. Αλλά μου ήταν αδύνατο να το πετύχω αυτό. Διότι μετά1 μήνα από τους αγώνες του Μόντρεαλ με κάλεσαν να συμμετάσχω στους αγώνες του κυπέλλου Ακρόπολις μεταξύ 10 κρατών, όπου αναδείχθηκα πρώτος.

Το άθλημα αυτό το διάλεξα γιατί, αφ’ ενός μεν είναι ένα ανδροπρεπές σπορ και δίνει σ’ αυτόν που το κατέχει ασφάλεια και σιγουριά και αφ’ ετέρου είναι το μόνο άθλημα που με τραβούσε τόσο πολύ.

Ο κοινωνικός ρόλος του αθλητισμού κατά τη γνώμη μου είναι 1ον η προβολή του κράτους στο παγκόσμιο στερέωμα και 2ον η απόσπαση των νέων από τις κακές συνήθειες και καταχρήσεις που οδηγούν στην εξαθλίωση της ψυχής και στο μαρασμό του σώματος «Νους υγιής εν σώματι υγιή»,όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι.

Ο Αθλητισμός στη χώρα μας έχει παράδοση χιλιάδων ετών και έχουμε αναδείξει μεγάλους αθλητάς, αλλά τόσους λίγους που μετριώνται με τα δάχτυλα. Δεν μπορεί ένας Παπανικολάου ή ένας Γαλακτόπουλος,, δυο από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Έλληνες αθλητές να φέρουν την άνοιξη στον ελληνικό αθλητισμό. Η άνοιξη είναι να αλλαχθεί το σύστημα που επικρατεί στον Ελληνικό Αθλητισμό, να μπούνε νέοι άνθρωποι μέσα στις διοικήσεις και συλλόγους με σύγχρονες ιδέες και γνώστες του Αθλήματος που διοικούν, ώστε να γεμίσουν τα Γυμναστήρια με νέους Έλληνες όπου θα βγουν οι αυριανοί πρωταθλητές μας».