Ο Θ. Νικολαΐδης της ποιότητας

Οι Δημοσιογράφοι έχουν γενικώς χαμηλό μέσο όρο ζωής. Ο Θόδωρος Νικολαϊδης κατόρθωσε να φθάσει στα 92, ίσως γιατί γλύτωσε νωρίς από το αντιμόνιο, το χημικό στοιχείο που κυριαρχούσε παλαιά στα τυπογραφεία. Ίσως πάλι γιατί έμεινε ατελείωτα χρόνια στο υγιεινό κλίμα της Μυκόνου.

Η παρούσα αναφορά στον αξέχαστο Δημοσιογράφο δεν γίνεται για να τονισθεί δια της βιογραφίας του το ταλέντο του, αυτό  που τον οδήγησε στη μεγάλη εκδοτική του επιτυχία, αλλά απλά για να δοθεί η εικόνα του εμπνευσμένου δημιουργού που χωρίς ιδιαίτερο κόπο, αλλά με υψηλή ευφυΐα και  τετράγωνη κρίση το σημείωσε.

Αυτοί οι οποίοι αποφασίζουν να γίνουν Αθλητικοί Συντάκτες συνήθως έχουν αφετηρία την αγάπη τους για τη δημοσιογραφία και εκμεταλλεύονται αυτή τη δίοδο ή την αγάπη τους για ένα σύλλογο και την επιθυμία τους να τον προβάλουν όσο το δυνατόν καλύτερα.

Ο Θόδωρος Νικολαϊδης, βέρος πειραιώτης, το έκανε για τον Ολυμπιακό, αλλά όταν έφθασε σε θέση ευθύνης, η αντιμετώπιση των πραγμάτων ήταν τελείως διαφορετική. Κατ’ αρχήν ενώ κυκλοφόρησε το «ΦΩΣ ΤΩΝ ΣΠΟΡ»   μια εφημερίδα εντελώς συλλογική, ο χώρος που παραχώρησε για τα άλλα μεγάλα σωματεία όχι μόνο ήταν τεράστιος, αλλά με δική του εντολή ήταν ποιοτικός και κάλυπτε πλήρως με εγκυρότητα και χωρίς παρεμβάσεις το ρεπορτάζ.

Υπήρχε εποχή που φίλαθλοι του Παναθηναϊκού αγόραζαν το «ΦΩΣ» γιατί είχε μια πληρέστερη παρουσίαση. Άλλωστε να μην ξεχνάμε και την απόλυτη ελευθερία στην εφημερίδα του Φαίδωνα Κωνσταντουδάκη, μια πλήρης και πλουραλιστική έκφραση της ΑΕΚ.

Αλλά και γενικότερα ο Θόδωρος Νικολαϊδης έστω και από μακριά, ποτέ δεν επέτρεψε να ξεφύγει, να εκτραχυνθεί, να λαϊκοποιηθεί η εφημερίδα του, παρά τους πειρασμούς από τις αντίπαλες εκδόσεις που στην προσπάθειά τους να αποσπάσουν αναγνώστες κατέβαζαν χαμηλά το επίπεδο.

Ο Θόδωρος Νικολαϊδης ξεκίνησε, ή μάλλον βρήκε τον εαυτό του στην «Αθλητική Ηχώ». Δεν άρχισε να γράφει με κοντά παντελόνια – όπως η φουρνιά εκείνη –  από τη Στοά Πάππου ή την Γεωργίου Σταύρου, αλλά από την Βορρέου όταν η «Αθλητική Ηχώ» είχε αυξήσει τις εβδομαδιαίες εκδόσεις της και είχε αρχίσει να γίνεται απαραίτητη στους φιλάθλους της Πρωτεύουσας.

Με βάση την ορθή γραμμή του Δ/ντή εκδότη και ηγέτη της Ηχούς, Θανάση Σέμπου, η εφημερίδα είχε μια πλήρως απόλυτη και ισομερή αντιμετώπιση όλων των Αθλημάτων, ακόμη και στην πρώτη σελίδα. Ήταν αυτή η μεγάλη κυρίαρχη και έγχρωμη εξωτερική εμφάνιση που προωθούσε όλα τα Σπορ, τακτικά, μόνιμα και αξιοκρατικά και όχι μόνο όταν κερδίζαμε Μετάλλια.

Τα παραπάνω όμως έκαναν το πειραϊκό ρεπορτάζ του Θόδωρου Νικολαϊδη να ασφυκτιά, γιατί δεν παρουσιάζετο όπως το επιθυμούσε εκείνος. Επί πλέον η παρουσίαση όλων των Σπορ πρωτοσέλιδα μοιραία οδηγούσε σε Παναθηναϊκές τοποθετήσεις καθώς ο παναθηναϊκός ήταν τότε πραγματικά πρωταθλητής σε όλα τα Σπορ. Ο Θανάσης Σέμπος και ο συνεταίρος του Γιώργος Γεωργαλάς δεν ήσαν Παναθηναϊκοί, εκδότες ήσαν, δηλαδή επιχειρηματίες, αλλά τα πράγματα μόνα τους οδηγούσαν προς τον Παναθηναϊκό.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα από τα 27 – 28 χρόνια του, ο Θόδωρος Νικολαϊδης να σκέπτεται μια δική του έκδοση, στην οποία να μπορεί να αφοσιωθεί εκείνος και η εφημερίδα του στον αγαπημένο σύλλογό του. Αυτό δεν ήταν εύκολο, παρά το γεγονός ότι προήρχετο από ευκατάστατη οικογένεια. Ήταν όμως και δύσκολο διαδικαστικά, με όλα τα προβλήματα που θα έπρεπε να αντιμετωπισθούν.

Η λύση φάνηκε πως βρέθηκε όταν στο λογιστήριο της Ηχούς προσελήφθη η Ειρήνη που αλληλοεκτιμήθηκαν  με τον Θόδωρο, συνδέθηκαν και ήταν εκείνη που του έδωσε το κουράγιο, τη δύναμη και τα μέσα για να γίνει το μεγάλο άλμα το 1955 και στα 30 χρόνια του ο Θόδωρος Νικολαϊδης να γίνει εκδότης.

Φυσικά με την έκδοση της εφημερίδας η Ειρήνη δεν μπορούσε να μείνει στην «Ηχώ» και έτσι η μυκονιάτισα ασκούμενη  λογίστρια έγινε όχι μόνο το «alter ego» του Θόδωρου, αλλά και η ψυχή της νέας εφημερίδας.

Με τη βοήθεια των πειραιωτών φιλάθλων, η εφημερίδα στάθηκε στα πόδια της. Η Ηχώ έχασε φύλλα, αλλά δεν κλονίσθηκε, γιατί στην μοιραία αντιπαλότητα που ακολούθησε είχε μαζί της  την πρωτεύουσα.

Το επόμενο μεγάλο βήμα έγινε το 1967 όταν πρώτη η ΗΧΩ, με την εξέλιξη και του ΠΡΟ – ΠΟ, αποφάσισε να γίνει καθημερινή. Φυσικά ο Θόδωρος Νικολαϊδης  δεν μπορούσε να μην ακολουθήσει. Παρά τις νέες ευθύνες τα κατάφερε και μάλιστα πολύ καλά, καθώς με την αύξηση του ενδιαφέροντος των φιλάθλων οι πωλήσεις ακολουθούσαν μια ανοδική πορεία που όχι μόνο τον ισχυροποίησαν, αλλά τον έφεραν στην πρώτη θέση των αθλητικών εφημερίδων, όπου ήταν ακλόνητος, παρά την ποικιλία εκδοτικών προσπαθειών και πανταχόθεν επιθέσεων.

Βέβαια σε τούτο συνέτεινε και η κάμψη της Ηχούς καθώς φεύγοντας από τη ζωή ένας – ένας οι βασικοί συντελεστές της, η εφημερίδα αφυδατώθηκε μέχρι του πραγματικά τραγικού σημείου να κλείσει.

Αλλά για να απαλύνω λίγο την ατμόσφαιρα, να αφηγηθώ ένα απλό δημοσιογραφικό περιστατικό που όσο και να φαντάζει αστείο, συνέτεινε να αποφασίσει ο Θόδωρος Νικολαϊδης  να «βγάλει» τη δική του εφημερίδα.

Ήταν 10 το βράδυ του 1953 και ο Θόδωρος Νικολαϊδης καθώς είχε τελειώσει και είχε παραδώσει τα χειρόγραφά του, ρώτησε φωναχτά: «Λοιπόν που πάμε να φάμε;» Εγώ δεν ήμουν στους ερωτώμενους καθώς νεότερος και πνιγμένος στις υποχρεώσεις φοιτητής, δεν περιλαμβανόμουν στην παρέα των Παπαναγιώτου, Σισμάνη, Σπορίδη, Σιδηρόπουλου κ.λ.π. Φεύγοντας   ο Νικολαϊδης απευθύνεται στον γηραιό Αρχισυντάκτη Πάνο Μακρίδη και ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος.

– Κε Πάνο φεύγουμε, θέλετε κάτι άλλο;

– Θόδωρέ μου, με συγχωρείς ξέχασα, έχασα τα κείμενά σου, μου τα ξαναγράφεις;

Ο Νικολαϊδης «έκων – άκων» τι να κάνει, επικαλούμενος θεούς και δαίμονες και ζητώντας συγνώμη, μένει στο γραφείο για να ξαναγράψει το ρεπορτάζ. Αφού ολοκληρώνει το κείμενο, κατεβαίνει στο τυπογραφείο και πηγαίνει στον όχι μόνο γηραιό, αλλά και οστεώδη Αρχισυντάκτη για να ακολουθήσει ένας νέος διάλογος.

– Κε Πάνο πάρτε το ρεπορτάζ του Ολυμπιακού που ξανάγραψα.

– Α, Θόδωρέ μου ξέχασα να σου πω, τα ξαναβρήκα τα χειρόγραφα.

Στην απόφαση του Νικολαϊδη να ανεξαρτητοποιηθεί δεν ήταν μόνο το κάζο αυτό, αλλά και το γεγονός ότι ο Πάνος Μακρίδης ήταν και «άρρωστος» ΑΕΚτζής.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΒΕΡΗΣ
Γ. Γ. ΕΣΟΑ